Καταφύγιο ενός Ευγενούς Ταξιδιώτη
Το
σπίτι του Ελεμίρ Τζόλλα στο Μοντεπουλτσιάνο
της Τοσκάνης
...Στα
1914 ήταν κανείς ελεύθερος ακόμα, χωρίς
διαβατήριο, με καμιά στερλίνα ή
εικοσάφραγκο να κουδουνίζει στην τσέπη,
το ρόδο των ανέμων άνοιγε σε θησαυρούς
ανυπολόγιστους: ανέγγιχτα βασίλεια
στην Αφρική, φυλές που άντεξαν στον Νέο
Κόσμο, η πελώρια σαμανική Σιβηρία, ο
κόσμος των σούφι από την Κωνσταντινούπολη
ως τη Σαμαρκάνδη, η Κίνα και το ταοϊστικό
Τονκίνο, μια Ωκεανία όχι εξ ολοκλήρου
προσήλυτη και στο κέντρο του κόσμου,
πίσω από το προπύργιο των πιο ψηλών
κορυφών, το Θιβέτ...
από
το βιβλίο Aure,
I luoghi e i riti
(1995) του
Elémire Zolla (μτφρ. Δ.Τ.)
Θεσσαλία, το πνεύμα του τόπου
Το
genius loci,
το «πνεύμα
του τόπου»,
είναι δυνατόν να φανερωθεί μέσα από
τους πιο διαφορετικούς δρόμους. Όπως
εδώ, στην περίπτωση ενός συγγραφέα, του
Roberto Calasso, που
ανατρέχει στις αρχαίες πηγές –και ενδέχεται
ο ίδιος να μην έχει επισκεφθεί ποτέ τη
Θεσσαλία–
και ενός τραγουδοποιού που ζει στη
Θεσσαλία, του Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Η «θαλερή γη των νεκρών» του Ιταλού
μυθολόγου αποκαλύπτεται μυθικά ως τόπος
μεταμορφώσεων Στην
Κοιλάδα των Τεμπών
του Παπακωνσταντίνου, σε «οικειότητα
με τα βαθιά νερά».
Το
τοπίο είναι η Θεσσαλία: γη που «τα
παλιά χρόνια ήταν περικυκλωμένη από
βουνά ψηλά μέχρι τον ουρανό» (ένα απ'
αυτά είναι και ο Όλυμπος) και διατήρησε
μια οικειότητα με τα βαθιά νερά, που
περιοδικά αναβρύζουν σε πολλά σημεία
και την πλημμυρίζουν οι φλέβες των
πολλών ποταμών˙
γη εύφορη, κίτρινη και στυφή, πλούσια
σε άλογα, κοπάδια και μάγισσες. Δεν
προΐσταται
η ψυχρή διαφάνεια της Αθηνάς, αλλά μια
μεγάλη θεά που βγαίνει από τα σκότη, η
Φεραία. Κρατάει δυο πυρσούς στα χέρια
της και σπάνια κατονομάζεται. Κι αυτό
είναι κάτι που αντιστοιχεί στο πνεύμα
της Θεσσαλίας, γη όπου η θεότητα είναι
πλησιέστερη στην αρχέγονη ανωνυμία,
όπου οι θεοί σπάνια παρουσιάζονται με
κάποιο πρόσωπο και όπου οι Ολύμπιοι δεν
συνηθίζουν να κατεβαίνουν. Όταν
εμφανίζεται εκεί ο θεός, εισβάλλει
απότομος και άγριος, όπως το άλογο
Σκύφιος καθώς ξεπηδάει από το βράχο
ανεμίζοντας τη χαίτη του και χτυπώντας
με τις οπλές του. Τα άλογα της Θεσσαλίας
είναι πλάσματα των εγκάτων εκσφενδονισμένα
από τις ρωγμές της γης, τις ίδιες απ'
όπου απλώνεται στην πεδιάδα το κύμα του
Ποσειδώνα. Είναι οι νεκροί τους που
λάμπουν από λευκότητα ή μαυρίλα. Φεραία
είναι η τοπική ονομασία της Εκάτης,
νυχτοβάτισσα θεά, υποχθόνια, που πληγώνει
το σκοτάδι με τους πυρσούς της, θεά
άλογο, ταύρος, λέαινα, σκύλα, εκείνη που
εμφανίζεται στη ράχη του ταύρου, του
αλόγου, του λιονταριού, η τροφός των
παιδιών, εκείνη που κάνει τα κοπάδια να
πολλαπλασιάζονται. Στη Θεσσαλία, αυτή
είναι η δυνατή (Βριμώ),
που ενώνεται με τον Ερμή, ο οποίος είναι
γιος του Δυνατού (Ἴσχυς,
ο εραστής που προτίμησε η Κορωνίς από
τον Απόλλωνα). Και «δύναμη» (ἀλκή)
βρίσκεται επίσης στο όνομα της Αλκήστιδος.
Σ' αυτή τη γη, πριν από μορφή η θεότητα
εκδηλώνεται σαν καθαρή δύναμη. Αλλά
Φεραία, λέει το λεξικό του Ησύχιου, είναι
επίσης και η «θυγατέρα (κόρη)
του Άδμητου». Μήπως η Άλκηστις και ο
Άδμητος, πριν πάρουν τη μορφή του
επαρχιώτικου βασιλικού ζευγαριού,
κάθονταν δίπλα δίπλα σαν το κυρίαρχο
ζευγάρι του Κάτω Κόσμου;
Τώρα το τοπίο
αποκαλύπτεται. Είναι μια θαλερή γη
νεκρών η Θεσσαλία όπου ο Απόλλωνας θα
είναι σκλάβος για ένα «μεγάλο ενιαυτό»,
μέχρις ότου τ' άστρα σε εννιά χρόνια θα
ξαναγύριζαν στις αρχικές τους θέσεις.
Η παραμονή του Απόλλωνα στη Θεσσαλία
είναι ένας κύκλος καταχθόνιος. Αφού ο
Δίας διάλεξε εκείνη τη χώρα για τιμωρία
του Απόλλωνα σε αντικατάσταση των
Ταρτάρων, γι' αυτόν και μόνο το λόγο
έπρεπε να είναι ένας τόπος θανάτου...
–
για
τις ρωγμές
της γης
βλέπε και το απόσπασμα από τον Πεντζίκη
(«...αν είχε κρυφτεί στα υποχθόνια,
μπαίνοντας μεσ’ από τις σφαγές της
γης»), εδώ
–
μυθολογία
του αλόγου: Το Παιχνίδι με τα Μυστήρια
«Στα ανήλια του χάους ορυχεία»
Μπορεί
να είναι παράξενο˙
κι όμως, συχνά
οι Εργάτες
που σκάβουν στο έρεβος τις στοές
για το
σκοτάδι, μας τραβούν με δίχτυα χαλαρά
στα
ανήλια του χάους ορυχεία –
από
ηλιόλουστα μονοπάτια της δικής τους
αλήθειας˙
μας οδηγούν
αργά, μέσα
από άσπιλα τοπία
μιας
αναμάρτητης πλαγιάς –
και ξαφνικά, κόγχο κλειστό
αόμματης
ματιάς
που
μας κοιτά – τρυπούν˙
και χαίνει κάτω από τα πόδια μας
κάποια άλλη
Ανάγκη,
ξένη –
στέρφο κι απότομο, αγκαθωτό
το πιο βαθύ
φαράγγι.
Ουίλλιαμ
Σαίξπηρ, Μάκβεθ, μτφρ. Γιώργος
Χειμωνάς, Κέδρος, 1996
Το
απόσπασμα είναι ένα ατόφιο δείγμα της
ποίησης του Χειμωνά. Κάποτε κάποιος θα
πρέπει να ανθολογήσει όλα τα αποσπάσματα...
Το πρωτότυπο κείμενο, από την τρίτη
σκηνή της πρώτης πράξης:
But 'tis
strange, / And oftentimes to win us to our harm / The instruments of
darkness tell us truths; / Win us with honest trifles, to betray's /
In deepest consequence.
Το Μάτι του Ερμή: Τάσος Μισούρας
Το Μάτι του Ερμή: Richard T Scott
Το Μάτι του Ερμή: Léopold Rabus
Ja Ja Ja Ja Ja, Nee Nee Nee Nee Nee - Joseph Beuys (1968)
Είχα
ακούσει, με ακουστικά, μια εκδοχή της
performance του Beuys
στην έκθεση για το κίνημα Fluxus
που έγινε στο Εργοστάσιο της
ΑΣΚΤ το 1998. Παραμένει, από την έκθεση
εκείνη, το μόνο έργο που ακόμα θυμάμαι
έντονα. Μια εξαιρετική στιγμή της
μεταπολεμικής τέχνης.
ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ - ΤΟ ΕΙ ΤΟ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ
René Guénon και Ananda
Coomaraswamy
ΓΝΩΘΙ
ΣΑΥΤΟΝ
René Guénon
Αναφέρεται
κάθε τόσο η φράση «Γνώθι σαυτόν», αλλά
συχνά παραθεωρείται η ακριβής σημασία
της. Η σύγχυση που βασιλεύει σχετικά με
αυτήν την έκφραση μπορεί να περιοριστεί
επιλύοντας δύο ζητήματα: εκείνο που
αφορά την προέλευσή της και εκείνο που
σχετίζεται με το πραγματικό της νόημα
και με τον λόγο της ύπαρξής της. Μερικοί
αναγνώστες θα μπορούσαν να σκεφτούν
ότι τα δύο ζητήματα είναι στην
πραγματικότητα χωριστά και ότι δεν
έχουν μεταξύ τους καμία σχέση.
Συλλογιζόμενοι, και έπειτα από προσεκτική
εξέταση, θα φανεί ξεκάθαρα ότι αυτά
βρίσκονται, αντιθέτως, σε στενή σχέση.
Αν
ρωτούσε κανείς εκείνους που έχουν
σπουδάσει ελληνική φιλοσοφία ποιος
ήταν ο άνθρωπος που πρόφερε για πρώτη
φορά αυτές τις σοφές λέξεις, οι περισσότεροι
δεν θα δίσταζαν να απαντήσουν ότι ήταν
ο Σωκράτης, ενώ άλλοι θα ήθελαν να τις
αποδώσουν στον Πλάτωνα και άλλοι ακόμη
στον Πυθαγόρα. Μπροστά σε αυτές τις
ασύμφωνες γνώμες και στη διάσταση των
απόψεων, έχουμε το δικαίωμα να συμπεράνουμε
ότι αυτή η φράση δεν έχει ως δημιουργό
κανέναν από αυτούς τους φιλοσόφους και
ότι επομένως πρέπει να ψάξουμε την
καταγωγή της αλλού. Μας φαίνεται σωστό
να καταλήξουμε σε ένα τέτοιο συμπέρασμα
λογαριάζοντας επίσης το γεγονός ότι
δύο από αυτούς τους φιλοσόφους, ο
Πυθαγόρας και ο Σωκράτης, δεν έχουν
αφήσει κανένα γραπτό κείμενο.
Όοο
για τον Πλάτωνα, κανένας μελετητής της
φιλοσοφίας, όσο εκτεταμένη και αν είναι
η γνώση του πάνω στο αντικείμενο, δεν
θα έφτανε στον βαθμό να διακρίνει αυτό
που ειπώθηκε από εκείνον ή από τον
δάσκαλό του τον Σωκράτη. Σχεδόν όλη η
διδασκαλία αυτού του τελευταίου έφτασε
σε εμάς μέσω του Πλάτωνα, και εξάλλου
είναι γνωστό ότι από τη διδασκαλία του
Πυθαγόρα ιδίως είναι που ο Πλάτων άντλησε
ορισμένες από τις γνώσεις που παρουσιάζει
στους Διαλόγους του. Με αυτό βλεπουμε
πόσο δύσκολο είναι να καθοριστεί ποιό
μέρος αντιστοιχεί σε κάθε έναν από τους
τρεις φιλοσόφους. Εκείνο που αποδίδεται
στον Πλάτωνα αποδίδεται συχνά και στον
Σωκράτη. Άλλωστε, από τις σχετικές
θεωρίες, μερικές είναι προγενέστερες
και από τους δύο και προέρχονται από
τη σχολή του Πυθαγόρα, ή από τον Πυθαγόρα
τον ίδιο.
Για
να πούμε την αλήθεια, η προέλευση της
έκφρασης που εξετάζουμε είναι κατά πολύ
προγενέστερη από αυτούς τους τρεις
φιλοσόφους. Καλύτερα, αυτή είναι ακόμη
πιο αρχαία από την ιστορία της φιλοσοφίας,
και όχι μόνο, αλλά βρίσκεται επιπλέον
πέρα από τα όρια της φιλοσοφικής έρευνας.
Λέγεται
ότι αυτές οι λέξεις ήταν γραμμένες στο
αέτωμα του ναού του Απόλλωνα στους
Δελφούς. Υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από
τον Σωκράτη καθώς και από άλλους
φιλοσόφους ως μια από τις αρχές της
διδασκαλίας τους, παρ' όλη τη διαφορετικότητα
που μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα σε αυτές
τις ποικίλες διδασκαλίες και τους
σκοπούς που επεδίωκαν οι διάφορες
σχολές. Και είναι εξάλλου πιθανόν, πριν
από τον Σωκράτη, να χρησιμοποίησε αυτή
την έκφραση και ο Πυθαγόρας. Με αυτό οι
φιλόσοφοι είχαν την πρόθεση να δείξουν
ότι η διδασκαλία τους δεν είναι μια
διδασκαλία αυστηρώς προσωπική αλλά
ανάγεται σε μια πιο αρχαία εποχή και σε
ένα όραμα υψηλότερο, σε στενή σχέση με
την ίδια την πηγή της πρωταρχικής, αυθόρμητης και θεϊκής έμπνευσης. Αυτοί
ήταν δηλαδή πολύ διαφορετικοί από τους
σημερινούς φιλοσόφους, οι οποίοι ξοδεύουν
όλες τους τις δυνάμεις για να εκφράσουν
κάτι το καινούριο με σκοπό να το
παρουσιάσουν σαν δημιούργημα της δικής
τους σκέψης και να εμφανιστούν ως οι
μοναδικοί δημιουργοί των απόψεών τους,
λες και η αλήθεια θα μπορούσε να είναι
ιδιοκτησία ενός ανθρώπου...
Mélanges,
Gallimard, 1976
μετάφραση:
Δημήτρης Τσουμάνης
ΤΟ
«Ε» ΤΟ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ
A.
K. Coomaraswamy
Οι
ουσιώδεις διαδικασίες των μυητικών
τελετών, με τις οποίες ο θάνατος του
παλιού ανθρώπου και η αναγέννηση ενός
νέου ανθρώπου πραγματοποιούνται, και
οι συνθήκες της εισδοχής στα penetralia
[ενδότερα]
είναι παρόμοιες σε όλον τον κόσμο. Ο
Φιρμίκιος Ματέρνος στο De
errore profanarum
religionum (κεφ.XVIII)
ασχολούμενος με αυτά τα ζητήματα μας
υπενθυμίζει ότι υπάρχουν σωστές
απαντήσεις στις σωστές ερωτήσεις (habet
enim propria
signa propria
responsa) και ότι η σωστή
απάντηση (proprium
responsum) δίνεται από
τον μυούμενο (homo
moriturus) ακριβώς ως
απόδειξη του δικαιώματός του να γίνει
δεκτός (ut possit
admitti). Ένα τυπικό παράδειγμα
ενός τέτοιου signum
[σημείου]
και των λανθασμένων και σωστών απαντήσεων
μπορεί να παρατεθεί από το Jaiminiya
Upanishad Brahmana, III.14.1-5.
Όταν ο αποθανών φτάνει στην Ηλιακή Θύρα
τίθεται το ερώτημα «Ποιός είσαι;» Αν
απαντήσει με το δικό του ή με ένα
οικογενειακό όνομα απομακρύνεται από
τους παράγοντες του χρόνου. Θα έπρεπε
να απαντήσει: «Αυτός που είμαι (είναι)
το Φως (που είσαι) (ko’ham
asmi suvas
tvam). Ως τέτοιος ήρθα
σε σένα, [που είσαι]
το ουράνιο Φως.» Αυτός (ο Πρατζαπάτι, ο
Ήλιος) απαντάει «Αυτός που είσαι, αυτός
ο ίδιος είμαι εγώ. Αυτός που είμαι, αυτός
ο ίδιος είσαι εσύ. Είσελθε.» Από τους
πολυάριθμους παραλληλισμούς που είναι
δυνατόν να παρατεθούν, ίσως ο πιο
εντυπωσιακός είναι ο μύθος του Ρουμί
για τον άντρα που χτύπησε την πόρτα του
φίλου του και ρωτήθηκε «Ποιός είσαι;».
Απάντησε «εγώ». «Φύγε», είπε ο φίλος
του. Μετά τον αποχωρισμό και την δοκιμασία
ενός χρόνου πήγε και χτύπησε ξανά, και
στην ίδια ερώτηση απάντησε «Είσαι εσύ
στην πόρτα», και πήρε την απάντηση «Αφού
είσαι εγώ, έλα μέσα, εαυτέ μου.»
Λοιπόν
δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η είσοδος
στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς
ήταν κυριολεκτικά μια Ηλιακή Θύρα, ένα
μονοπάτι στον οίκο ή στον ναό του Ήλιου.
Η επιγραφή «Γνώθι σαυτόν» απαιτεί την
γνώση της απάντησης στην ερώτηση «Ποιός
είσαι;» και μπορεί να ειπωθεί, στην
καλυμμένη γλώσσα των Μυστηρίων, ότι
ρωτά αυτήν ακριβώς την ερώτηση. Η εντολή,
όπως λέει ο Πλούταρχος, απευθύνεται από
τον Θεό σε όλους όσους τον προσεγγίζουν.
Και το περίφημο «Ε» το παίρνει ότι είναι
η σωστή τους απάντηση. Αν τώρα, όπως
επίσης προτείνει, το «Ε» αντιπροσωπεύει
το ΕΙ, και αν πάρουμε από τις διάφορες
ερμηνείες του τα νοήματα (1) ο Ήλιος
(Απόλλων) και (2) «είσαι», και υποθέσουμε
ότι και τα δύο αυτά νοήματα περιέχονται
σε μία αινιγματική συλλαβή, έχουμε το
signum, «Ποιός είσαι
(στην θύρα);» και το responsum,
«Ο Ήλιος που είσαι (είμαι).» Είναι βέβαιο
ότι καμία άλλη αληθινή απάντηση δεν
θα μπορούσε να δοθεί από οποιονδήποτε
«κατάλληλο να έλθει σε ένωση με τον
Ήλιο» (Jaiminiya Upanishad
Brahmana).
Selected
papers: metaphysics, Princeton University Press, 1987, ά
έκδοση 1977
μετάφραση:
Δημήτρης Τσουμάνης
Και τα δύο κείμενα δημοσιεύθηκαν
μαζί στο Strange 132.
Οι εικόνες είναι λεπτομέρειες
από τον πίνακα Le jardin musical de
Robert Fludd του
Raymond
Douillet.
Εξωγήινοι και διαπλανητικές επικοινωνίες: η απρόβλεπτη σημασία των βασικών δεδομένων
απόσπασμα
από ένα κείμενο του Ρενέ Γκενόν (1923)
Για
να μπορέσουν δύο όντα να επικοινωνήσουν
μεταξύ τους με μέσα αισθητά είναι πριν
απ’όλα απαραίτητο και τα δύο να διαθέτουν
αισθήσεις. Όχι μόνο, αλλά είναι ανάγκη
οι αισθήσεις να είναι οι ίδιες, τουλάχιστον
εν μέρει: αν ένα από τα δύο δεν μπορεί
να έχει αισθήσεις ή αν δεν έχουν κοινές
αισθήσεις, καμία επικοινωνία αυτού του
τύπου δεν είναι δυνατή. Αυτό μπορεί να
φαίνεται πολύ προφανές, μα οι αλήθειες
αυτού του είδους είναι εκείνες που
ξεχνιούνται πιο εύκολα ή στις οποίες
δεν δίνει κανείς προσοχή και οι οποίες
παρ’όλα αυτά έχουν μια σημασία που δεν
υποψιάζεται κανείς. Από τις δύο συνθήκες
που αναφέραμε, είναι η πρώτη που καθορίζει
με τρόπο απόλυτο την αδυνατότητα της
επικοινωνίας με τους νεκρούς μέσω
πνευματιστικών πρακτικών. Όσον αφορά
τη δεύτερη, αυτή το λιγότερο θέτει πολύ
σοβαρά σε κίνδυνο τη δυνατότητα των
διαπλανητικών επικοινωνιών. Αυτό το
τελευταίο σημείο συνδέεται άμεσα με
όσα είπαμε στο τέλος του προηγούμενου
κεφαλαίου: θα το εξετάσουμε αμέσως,
επειδή οι θεωρήσεις στις οποίες θα μας
εισαγάγει, θα διευκολύνουν την κατανόηση
του άλλου ζητήματος, εκείνου που κυρίως
μας ενδιαφέρει εδώ.
Αν
δεχθεί κάποιος τη θεωρία που εξηγεί
όλες τις αισθήσεις με παλμικές κινήσεις
λιγότερο ή περισσότερο γρήγορες και αν
εξετάσει τον πίνακα όπου υποδεικνύονται
οι αριθμοί των παλμών ανά δευτερόλεπτο
που αντιστοιχούν σε κάθε τύπο αίσθησης,
μένει εντυπωσιασμένος από το γεγονός
ότι τα διαλείμματα που αναπαριστούν
αυτό που μεταδόθηκε από τις αισθήσεις
είναι πολύ μικρά σε σχέση με το σύνολο:
αυτά χωρίζονται από άλλα διαστήματα
στα οποία για μας δεν υπάρχει τίποτα το
αντιληπτό και, επιπλέον, δεν είναι
δυνατόν να καθοριστεί ένα ακριβές όριο
στην ανιούσα ή κατιούσα συχνότητα των
παλμών. (Σημείωση: Είναι προφανές ότι η
συχνότητα ενός παλμού ανά δευτερόλεπτο
δεν αναπαριστά ένα ελάχιστο όριο, καθώς
το δευτερόλεπτο είναι μια μονάδα εντελώς
σχετική, όπως εξάλλου οποιαδήποτε μονάδα
μέτρησης. Η καθαρή αριθμητική μονάδα
είναι η μόνη απολύτως αδιαίρετη). Πρέπει
επομένως να θεωρήσουμε τον πίνακα
επιδεκτικό επέκτασης από τη μια μεριά
και από την άλλη με απροσδιόριστες
δυνατότητες αισθήσεων, δυνατότητες
στις οποίες δεν αντιστοιχεί για εμάς
κάποια πραγματική αίσθηση. Αλλά το να
πούμε ότι υπάρχουν δυνατότητες αισθήσεων
ισοδυναμεί με το να πούμε ότι τέτοιες
αισθήσεις είναι δυνατόν να υπάρχουν σε
όντα διαφορετικά από μας, τα οποία,
αντιθέτως, μπορεί να μην έχουν καμία
από αυτές που εμείς έχουμε. Σ’αυτή την
περίπτωση, όταν λέμε «εμείς» δεν έχουμε
την πρόθεση να εννοήσουμε μόνο τους
ανθρώπους αλλά γενικά όλα τα γήινα όντα,
καθώς δεν φαίνεται ότι οι αισθήσεις σε
αυτά διαφέρουν σε μεγάλες αναλογίες,
και ακόμα κι αν η έκτασή τους μπορεί να
είναι περισσότερο ή λιγότερο ευρεία,
αυτές παραμένουν πάντα θεμελιωδώς οι
ίδιες.
Η
φύση αυτών των αισθήσεων φαίνεται
επομένως να καθορίζεται από το γήινο
περιβάλλον. Αυτή δεν είναι μια ιδιότητα
συμφυής με το ένα ή με το άλλο είδος,
αλλά είναι συνδεδεμένη με το γεγονός
ότι τα εν λόγω είδη ζουν στη Γη και όχι
αλλού. Αναλογικά, σε οποιονδήποτε άλλον
πλανήτη οι αισθήσεις πρέπει να είναι
καθορισμένες κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά
μπορεί τότε να μην συμπίπτουν απολύτως
με εκείνες που κατέχουν τα γήινα όντα
και είναι εξαιρετικά πιθανό ότι τα
πράγματα είναι έτσι. Πράγματι, κάθε
δυνατότητα αίσθησης πρέπει να μπορεί
να πραγματοποιηθεί σε κάποιο τμήμα του
σωματικού κόσμου, αφού όλο αυτό που
αποτελεί μια αίσθηση είναι στην ουσία
μια σωματική ικανότητα. Καθώς τέτοιες
δυνατότητες είναι απροσδιόριστες,
υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες οι ίδιες
να πραγματοποιηθούν δυο φορές, ή, με
άλλα λόγια, όντα που κατοικούν σε δύο
διαφορετικούς πλανήτες να κατέχουν
αισθήσεις που να συμπίπτουν εξ ολοκλήρου
ή ακόμη εν μέρει. Αν εντούτοις υποτεθεί
ότι μια τέτοια σύμπτωση είναι δυνατόν
παρ’όλα αυτά να πραγματοποιηθεί, ακόμη
και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν πολύ
λίγες πιθανότητες να πραγματοποιηθεί
ακριβώς σε συνθήκες χρονικής και χωρικής
εγγύτητας τέτοιες που να επιτρέπουν
μια επικοινωνία. Θέλουμε να πούμε ότι
αυτές οι πιθανότητες, οι οποίες είναι
ήδη απειροστικές όσον αφορά το σύνολο του
σωματικού κόσμου, διαπιστώνονται απροσδιόριστα μειωμένες αν εξεταστούν
σε σχέση με τα άλλα όντα ταυτόχρονα σε
μια δεδομένη στιγμή και με τρόπο ακόμα
περισσότερο απροσδιόριστο αν, ανάμεσα
στα άστρα, εξεταστούν μόνο εκείνα που
είναι πολύ κοντά το ένα με το άλλο, όπως
οι διάφοροι πλανήτες του ίδιου συστήματος.
Αυτό προκύπτει απαραίτητα από το γεγονός
ότι χρόνος και χώρος αποτελούν αυτοί
οι ίδιοι δυνατότητες απροσδιόριστες.
Δεν
υποστηρίζουμε ότι μια διαπλανητική
επικοινωνία αποτελεί μια απόλυτη
αδυνατότητα. Λέμε μόνο ότι οι πιθανότητες
να επαληθευτεί είναι δυνατόν να εκφραστούν
σύμφωνα με μία
απειροστική ποσότητα διαφόρων βαθμών, και για τις
οποίες, αν τεθεί το ζήτημα για μια
συγκεκριμένη περίπτωση, όπως εκείνη
της Γης και ενός άλλου πλανήτη του
ηλιακού συστήματος, δεν κινδυνεύει
κάποιος να κάνει λάθος αν τις θεωρήσει
μηδενικές. Πρόκειται, περιληπτικά, για
μια απλή εφαρμογή του λογισμού των
πιθανότητων.
Είναι
σημαντικό να τονιστεί ότι αυτό που
εμποδίζει μια διαπλανητική επικοινωνία
δεν είναι δυσκολίες του είδους εκείνου
που μπορεί να συναντήσουν λόγου χάρη
για να επικοινωνήσουν δύο άνθρωποι που
ο ένας δεν γνωρίζει τη γλώσσα του άλλου.
Τέτοιες δυσκολίες δεν θα ήταν αξεπέραστες,
καθώς τα δύο όντα θα μπορούσαν πάντοτε
να βρουν, ανάμεσα στις ικανότητες που
έχουν από κοινού, έναν τρόπο επίλυσης
ως έναν βαθμό. Αλλά εκεί που οι από κοινού
ικανότητες δεν υφίστανται, τουλάχιστον
στο επίπεδο στο οποίο πρέπει να
πραγματοποιηθεί η επικοινωνία, δηλαδή
στη σφαίρα του αισθητού, το εμπόδιο δεν
μπορεί να αρθεί με κανένα μέσο, καθώς
συνδέεται με τη διαφορά της φύσης των
εν λόγω όντων. Με δεδομένη την περίπτωση
όντων διαμορφωμένων με τρόπο ώστε τίποτα
από αυτά που προκαλούν αισθήσεις σε μας
να προκαλούν αισθήσεις σε εκείνα, τέτοια
όντα είναι για μας σαν να μην υπάρχουν,
και το αντίστροφο. Ακόμη κι αν αυτά
βρίσκονταν δίπλα μας, τα πράγματα δεν
θα άλλαζαν, ούτε ίσως θα αντιλαμβανόμασταν
την παρουσία τους. Σε κάθε περίπτωση,
πιθανώς δεν θα αναγνωρίζαμε ότι πρόκειται
για ζωντανά όντα. Αυτό θα μας επέτρεπε
επιπλέον, ας πούμε εν τάχει, να υποθέσουμε
ότι τίποτα δεν αντιτάσσεται στο ότι
υπάρχουν, στο γήινο περιβάλλον, όντα
εντελώς διαφορετικά από όλα όσα ξέρουμε,
με τα οποία δε θα είχαμε κάποιο μέσο να
έρθουμε σε επαφή. Δεν είναι πάντως το
θέμα να επιμείνουμε σε αυτό το ζήτημα,
πολύ περισσότερο καθώς, αν όντα αυτού
του είδους υπήρχαν, δεν θα είχαν τίποτα
κοινό με τη δική μας ανθρωπότητα. Όπως
και να’χει, αυτά που είπαμε δείχνουν
πόση αφέλεια περιέχεται στις αυταπάτες
που έχουν ορισμένοι μελετητές σε σχέση
με το θέμα της διαπλανητικής επικοινωνίας.
Τέτοιες αυταπάτες προέρχονται από το
λάθος, το οποίο επισημάναμε προηγουμένως,
που συνίσταται στο να αποδίδει κανείς
παντού παραστάσεις καθαρά γήινες.
René
Guénon, L'Erreur spirite (Η
πνευματιστική πλάνη), Éditions
Traditionnelles, 1977, σ. 186-9 (α'
έκδοση 1923).
Μετάφραση:
Δημήτρης Τσουμάνης.
Κυκλολογία και σιβαϊτική ανδρογυνία – Jean-Louis Bernard
![]() |
| Sabina Poppaea, ένα ερμητικό αριστούργημα της Σχολής του Φονταινεμπλώ |
Η
«επιστροφή της Θεάς»
Σύμφωνα
με τον ινδολόγο Lavastine,
η
μυστική ανδρογυνία του Σίβα συνοδεύεται
από ένα είδος αντιστάθμισης, ούτως ώστε
ο αρσενικός πόλος να υπερισχύει κατά
καιρούς του θηλυκού πόλου, και αντιστρόφως.
Στο μεταφυσικό επίπεδο των δυνάμεων,
το παιχνίδι αυτό του σιβαϊτικού
νόμου θα αποτύπωνε την ταλάντωσή του
στα πεπρωμένα του κόσμου. Θα υπήρχαν
επομένως στο σύμπαν περίοδοι απουσίας
ή συμπύκνωσης αρσενικής, ακολουθούμενες
από περιόδους παρουσίας ή επέκτασης
θηλυκής. Η κοσμική απουσία, αρσενική
συμπύκνωση στην οποία καμία γονιμοποίηση
δεν είναι επί το έργον, θα συνέπιπτε με
μια ατονία των κυρίαρχων πολιτισμών
και με την παρακμή τους.
Αναγεννήσεις και καταπτώσεις ήταν
πάντοτε επηρεασμένες από τον Κόσμο.
Ανάμεσα
στον έκτο αιώνα και το έτος μηδέν της
εποχής μας εμφανίστηκαν: στην Κίνα ο
Λάο Τσε, στην Ινδία ο Βούδας, στο Ιράν ο
Ζωροάστρης, στην Ελλάδα ο Σόλων, ο
Σωκράτης, ο Πλάτων και ο Πυθαγόρας. Στη
Μικρά Ασία ο Απολλώνιος ο Τυανεύς (ο
οποίος κατά κάποιους θα ήταν ένας από
τους θεμελιωτές του χριστιανισμού),
στην Παλαιστίνη ο Ιησούς (υπήρξαν διάφορα
πρόσωπα που έφεραν αυτό το όνομα, όλοι
αναμορφωτές με τραγικό τέλος, όπως
μαρτυρούν τα ραβινικά χρονικά). Ο Σίβα,
ο θείος σπόρος, θα είχε γονιμοποιήσει
ολόκληρο τον πλανήτη στη διάρκεια της
μισής αυτής χιλιετίας, κατά την οποία
βασίλευαν η ρωμαϊκή ειρήνη και ενότητα.
Στην Ινδία, ανανεωμένη από τους αρίους,
ανθούσε μία λογοτεχνία επηρεασμένη από
τα σανσκριτικά. Στην Κίνα, ο Kung Wu Ti, ένας
αγράμματος, γιός χωρικού και τυχοδιώκτης
στρατιώτης, θεμελίωνε τη δυναστεία των
Χαν [το όνομα του ιδρυτή της δυναστείας
είναι Λιου
Μπανγκ,
σημ. τ. μ.]. Στην κεντρική Αμερική και στο
Μεξικό, οι Μάγια βρίσκονταν στο απόγειό
τους.
Θα
ήταν προφανώς απερίσκεπτο να εξαγάγει
κανείς από αυτές τις συμπτώσεις αυστηρά
συστήματα ή υπολογισμούς πιθανοτήτων.
Η αστροσοφία είναι περίπλοκη επιστήμη.
Αλλά
στο τέλος των περιόδων ατονίας ή
κατάπτωσης, επανεμφανίζεται πάντοτε η
Σάκτι:
η κοσμική ακτίνα διαπερνά τότε τα
γεωκεντρικά προπετάσματα των ιδεολογιών,
των εκτροχιασμένων θρησκειών, των
παραμορφωμένων επιστημών. Οι κοσμικές
καταιγίδες αντανακλώνται στο επίπεδο
των σεισμών και των πολέμων στον
τελλουρισμό, ενέργεια όχι ακόμη επαρκώς
γνωστή, που ζωοποιεί τον γήινο γλοιό.
Έπειτα, η Σάκτι, το θήλυ, διεγείρει εντός
του αιθέρα νέες πηγές έμπνευσης, και ο
Σίβα διασπείρει το σπέρμα του μέσω
αυτής.
Αν
ο θεός, στη δρώσα θηλύτητά του, προσομοιάζει
με μάστιγα μάλλον παρά με κάποια μορφή
πρόνοιας, το γεγονός δεν είναι ποτέ
αρνητικό. Μαίνεται ενάντια στις αναλωμένες
θρησκείες, στις νεκρές ψυχές, στις
στείρες διάνοιες και στις νοσταλγικές
καρδιές που ορθώνονται για να καλύψουν
το επερχόμενο: διαλύει τους δαίμονες
που γεννιούνται από τα εγωϊστικά πάθη
και τους απατηλούς μύθους. Κάθε φορά ο
πολιτισμός ανανεώνει τη συμφωνία με
την πνευματική κληρονομία. Η αλήθεια
δόθηκε «εν αρχή». Στον δέκατο πέμπτο
αιώνα, όταν έκαιγαν ακόμη οι πυρές της
Ιεράς Εξέτασης, η Ιταλία ανακαλύπτει
την
ελληνο-ρωμαϊκή αρχαιότητα. Στον δέκατο
ένατο αιώνα, ενώ ο Ναπολέων σφυρηλατεί
στο αίμα μια ψυχή για την Ευρώπη, η κλίση
προς την αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών
φτάνει στο στάδιο της ωριμότητας με τον
Σαμπολιόν: από εκείνη τη στιγμή, η Ευρώπη
αρχίζει να συνειδητοποιεί μια Αλήθεια
απωθημένη ή συγκαλυμμένη, πιο αρχαία
από τη Βίβλο.
Ένας
μύθος, είδος κοσμικής δραματουργίας,
αντανακλάται αδιαλείπτως καθ' όλη την
έκταση του Ζωδιακού. Και όσο πιο έντονη
θα γίνεται η ορμή προς το μέλλον, τόσο
περισσότερο θα μεγαλώνει το εύρος της
ορμής προς το παρελθόν.
Η
εποχή μας, πιο αποκαλυπτική από το τέλος
άλλων πολιτισμών, υποβάλλεται όχι μόνο
στον θάνατο του Θεού αλλά και στην
επανεμφάνιση στη σκηνή, αν και με
διακριτικότητα, του Αιωνίου Θήλεως. Από
το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου,
που βρισκόταν ήδη υπό το σημείο της Κάλι μέσω της μεταφυσικής του αίματος, ο εκφυλισμός
και η βιολογική εξάντληση έχει εξαπλωθεί
ανάμεσα στους νέους προκαλώντας, ως
αντιστάθμισμα, την «ερωτομανία», την
εμμονή του σεξ. Το ον του οποίου η
ζωτικότητα του αίματος αλλοιώνεται υπό
την επίδραση της πυρετώδους σύγχρονης
ζωής, τείνει με απελπισία να επιστρέψει
στη φύση, αποσπώντας από άλλα σώματα
την ερωτική ζωτικότητα. Ο ερωτισμός
ανανεώνει τον οργανισμό αλλά όταν
αλλοιώνεται ή παρακμάζει προκαλεί
πρόωρη γήρανση. Πνευματικώς ζούμε από
τη συμβολή της ελληνικής φιλοσοφίας
και του χριστιανισμού. Αλλά οι νέοι
υποστηρίζουν ότι μια εμπειρία που δεν
είναι βιωμένη είναι άχρηστη, αν όχι
ψευδής. Ήταν ο Σωκράτης που απέσπασε
από τα Μυστήρια την ελληνική γιόγκα,
αλλά για να τη θάψει στη διαλεκτική. Ο
κύκλος που άνοιξε με τον Σωκράτη
συνεχίζεται με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Όσο
για τον χριστιανισμό και τον βουδισμό,
που γεννήθηκαν στην ίδια εποχή, είναι
προφανές ότι ψυχορραγούν. Σήμερα συναντά
παντού κανείς τη διαβρωτική δράση της
θεάς. Που αποστειρώνει την κουλτούρα
και τις τέχνες. Ενώ αντιθέτως η αρχαιολογία
πρώτης γραμμής ξαναβρίσκει τους θεούς
των απαρχών, τους δημιουργούς του
δισχιλιετούς παγκόσμιου πολιτισμού.
Jean-Louis
Bernard, Il
Tantrismo: Sessualità
mistica e mito dell'androgino,
Moizzi,
1980 (Le
Tantrisme, Yoga Sexuel,
1973)
μετάφραση:
Δημήτρης Τσουμάνης
Πάν - Άγγελος Σικελιανός
Στα
βράχια του έρμου ακρογιαλιού και στης
τραχιάς χαλικωσιάς
τη λάβρα,
το
μεσημέρι, όμοιο πηγή, δίπλα από κύμα
σμάραγδο,
τρέμοντας
όλο, ανάβρα...
Γαλάζια
τριήρη στο βυθόν, ανάμεσα σ’εαρινούς
αφρούς,
η Σαλαμίνα,
και της
Κινέτας, μέσα μου κατάβαθος ανασασμός,
πεύκα
και σκίνα.
Το πέλαγο
έσκαγ’όλο αφρούς και, τιναχτό στον
άνεμο,
ασπροβόλα’
την ώρα
που τ’αρίφνητο κοπάδι των σιδέρικων
γιδιών
ροβόλα’...
Με δυό
σουρίγματα τραχιά που –κάτουθε το
δάχτυλο
απ’τη
γλώσσα
βάνοντας–
βούιξ’ ο μπιστικός, τα μάζωξ’όλα στο
γιαλό,
κι ας
ήταν πεντακόσα!
Κι όλα
σταλιάσανε σφιχτά τριγύρ’ απ’ τα
κοντόθαμνα
κι απ’
το θυμάρι,
κι ως
εσταλιάσανε, γοργά, τα γίδια και τον
άνθρωπο
το κάρωμα
είχε πάρει.
Και πια,
στις πέτρες του γιαλού κι απάνου απ’
των σιδέρικων
γιδιών
τη λάβρα,
σιγή˙
κι ως από στρίποδα, μέσα απ’ τα κέρατα,
γοργός
ο ήλιος
καπνός ανάβρα’...
Τότε
είδαμε –άρχος και ταγός– ο τράγος να
σηκώνεται
μονάχος,
βαρύς
στο πάτημα κι αργός, να ξεχωρίσει
κόβοντας, κ’εκεί
όπου
βράχος,
σφήνα
στο κύμα μπαίνοντας, στέκει λαμπρό για
ξάγναντο
ακρωτήρι,
στην
άκρη απάνου να σταθεί, που η άχνη διασκορπά
τ’αφρού,
κι
ασάλευτος να γείρει,
μ’ανασκωμένο,
αφήνοντας να λάμπουνε τα δόντια του,
τ’απάνω
χείλι,
μέγας
και ορτός, μυρίζοντας το πέλαγο το
αφρόκοπο,
ως το
δείλι!
Ο ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Άφθονο χιόνι σ’ ασημένιες κούπες,
ερωδιοί κρυμμένοι απ’ τη λαμπρή σελήνη,
πράγματα ανόμοια στην ομοιότητά τους,
η σύγχυση είναι ο τόπος της γνώσης.
Τουνγκ-σαν, δάσκαλος του Τσαν στην Κίνα του 9ου αιώνα
Χοροβασία
Στο βίντεο παρακολουθούμε αποσπάσματα από ένα ταοϊστικό τυπικό που κατέγραψε, πριν από σαράντα χρόνια περίπου, ο καθηγητής Michael Saso, ένας από τους λίγους δυτικούς ειδικούς στον Ταοϊσμό που μπορεί να εμπιστευθεί κανείς (εννοώ όποιος είναι επαρκώς ενημερωμένος). Στο τυπικό προίσταται ο «Master Zhuang», στις διδασκαλίες του οποίου ο Saso έχει αφιερώσει ένα αξιόλογο βιβλίο (Taoist Master Chuang, αναθεωρημένη έκδοση, 2000). Γενικά, έχει συνεισφέρει σημαντικά καθώς αυτή η όψη των ταοϊστικών παραδόσεων, η τελεστική και τελετουργική, άρχισε να γίνεται γνωστή μόλις τις τελευταίες δεκαετίες. Στους λόγους της αποσιώπησης και της αδιαφορίας των μελετητών, που είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας στρεβλής εικόνας για τον Ταοϊσμό, έχω αναφερθεί σε πρόσφατο άρθρο (Strange 139, υποκεφάλαιο Στοιχεία της αρχαϊκής φυσικής θρησκείας). Εδώ σημειώνω απλώς τα λόγια με τα οποία κλείνει το βίντεο εν είδει συμπεράσματος: «...Τα χορευτικά βήματα του ταοϊστή είναι όλα αναπαραστάσεις των διαλογισμών που διαδραματίζονται εντός του νου. Πράγματι, μπορούμε να διακρίνουμε ότι Μακρόκοσμος και Μικρόκοσμος είναι ένα. Αυτοί οι διαλογισμοί “εσωτερικής αλχημείας” είναι μέρος της κλασικής παράδοσης του Ταοϊσμού και καταδεικνύουν ότι οι ατραποί του φιλοσοφικού και του θρησκευτικού Ταοϊσμού, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν χώρισαν».
Δηλαδή, μας λέει ο Saso, ότι στον Ταοϊσμό συντελείται μία, εντός εισαγωγικών, εσωτερική αλχημεία, γιατί είναι μία παράδοση που είναι συνάμα φιλοσοφική και τελεστική, με άλλα λόγια συνενώνει νόηση και αίσθηση.
Μία πιο «τεχνική» παρατήρηση στα λόγια αυτά του Saso: τα βήματα που εκτελούν οι Ταοϊστές δεν είναι, για την ακρίβεια, «dancing steps». Στα αγγλικά δεν υπάρχει ο κατάλληλος όρος. Αυτό το είδος βηματισμού, που παραδοσιακά χρησιμοποιείται στις μυητικές τελετές –όχι μόνον της Άπω Ανατολής– ονομάζεται στα ελληνικά με το ρήμα χοροβατώ. Οι ταοϊστές χοροβατούν, όπως χοροβατούν οι μοναχοί στις λειτουργίες του Αγίου Όρους, όπου ακολουθείται το βυζαντινό τυπικό. Οι αναλογίες ανάμεσα στο ταοϊστικό και στο βυζαντινό τυπικό, στα άμφια, σε ορισμένες τελετουργικές κινήσεις, δεν είναι βεβαίως απλή σύμπτωση. Η διαφορά βρίσκεται ανάμεσα στον πιο λαϊκό χαρακτήρα του ταοϊστικού τυπικού, τόσο στο μουσικό μέρος όσο και σε ορισμένες κινήσεις του σώματος που παραπέμπουν στο παραδοσιακό θέατρο, και στον «αρχοντικό» χαρακτήρα του ορθόδοξου τυπικού.
Το τυπικό που ακολουθείται στον Άθωνα θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, απόλυτα «ευανάγνωστο» για έναν ταοϊστή: ξεκινά στο απόλυτο σκοτάδι, στον προθάλαμο του μοναστικού ναού, και καθώς το τυπικό εξελίσσεται προς τα ενδότερα, φωταγωγείται σταδιακά ο χώρος, πάντοτε με τις φλόγες των κεριών, ώσπου ανάβει ο κεντρικός πολυέλαιος, σύμβολο κοσμολογικό και θεολογικό (και μάλιστα στην όλη τελετουργία με την οποία ανάβει ο κεντρικός πολυέλαιος μπορεί κανείς να παρατηρήσει ορισμένες πολύ ιδιαίτερες λεπτομέρειες). Σε μία επόμενη φάση ακολουθείται η αντίστροφη διαδικασία μέχρι ο ναός να βυθιστεί και πάλι στο σκοτάδι. Το τυπικό δεν κρύβει τη μυστηριακή του καταγωγή. Η ίδια τελετή, από το σκοτάδι στο φως, επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά στις μακρόσυρτες Αγρυπνίες, όπου χάνεται η αίσθηση του χρόνου.
Χωρίς τα ταοϊστικά τυπικά δεν μπορεί να έχει κανείς μία ολοκληρωμένη εικόνα του Ταοϊσμού, εκτός και αν θέλει να είναι τουρίστας και καταναλωτής «πνευματικότητας». Και το ίδιο φυσικά ισχύει για την ορθόδοξη παράδοση. Τα μυστικά είναι στις λεπτομέρειες. Η απλότητα με την οποία εκτελούν τα τυπικά τους τόσο οι ταοϊστές όσο και οι μοναχοί είναι ενδεικτική. Καμία σοβαροφάνεια, όπως αυτή που συνήθως επικρατεί στους ναούς της κρατικής θρησκείας της χώρας. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, οι τελετές είναι παιδικά πράγματα, διαμορφώθηκαν μέσα στην παιδική ηλικία της ανθρωπότητας, δηλαδή στην αιώνια νιότη της...
Δημήτρης Τσουμάνης
Ο ιερός υλισμός του Ταρκόφσκι
Ο ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΣ
ΤΟ ΘΕΙΟΝ
ΤΟ ΑΛΑΣ
Αυτές είναι μόνο ορισμένες αντιπροσωπευτικές σκηνές από το έργο του Ταρκόφσκι. Τις επέλεξα, ανάμεσα σε τόσες άλλες, γιατί ο κόσμος που υπαινίσσονται θυμίζει έντονα την Αλχημεία. Ο «ιερός υλισμός» που χαρακτήριζε πάντοτε τις μεσογειακές παραδόσεις (την αρχαία Αίγυπτο σε απόλυτο βαθμό) φαίνεται ότι φτάνει στον Ταρκόφσκι μέσα από την Ορθοδοξία. Ελάχιστη σημασία έχει να ξέρουμε αν ο ίδιος είχε εντρυφήσει στην Ερμητική Φιλοσοφία, ο τρόπος που χρησιμοποιεί τη φωτιά και το χώμα, το νερό και τον αέρα –όχι μόνον οπτικά αλλά και ηχητικά– είναι υποδειγματικός. Για να το πω με τους όρους της ερμητικής τέχνης, η τέχνη του Ταρκόφσκι περνάει από τα τέσσερα στοιχεία στα tria prima, στον Υδράργυρο και το Θείον, και στο αποτέλεσμα της ένωσής τους, το Άλας.
Τα tria prima είναι παρόντα στη διάρκεια κάθε φιλμ μέσα από εικόνες των τεσσάρων στοιχείων. Εικόνες που δεν αποκτούν κάποια επιπλέον συμβολική διάσταση παρά μόνο στο νου του θεατή, σε συνδυασμό. Είναι εικόνες απλές, ανακαλούν πρωτογενείς εμπειρίες της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με την ύλη, με τα ριζώματα του κόσμου. Όπως ένα μικρό παιδί, που παίζει, εξερευνώντας ό,τι το περιβάλλει δεν αλληλεπιδρά με αντικείμενα –στα παιδικά μάτια δεν υπάρχουν «αντικείμενα».
Δ. Τ.
οι ταινίες
Καθρέφτης (1974)
Solaris (1972)
Θυσία (1986)
ΟΥΤΙΣ
Ο Ταλιέσιν Τραγουδά τη Γνώση του
Κάποτε γνώριζα
Όλα αυτά που υπήρχαν να μάθω
Σε μια στιγμή φλεγόμενης έκστασης
Μεταμορφώθηκα
Γνώριζα κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε πουλί
Κάθε ζώο και ψάρι
Και, σ' εκείνη τη στιγμή,
Κατάλαβα ότι όλα τα νοήματα ήταν ένα.
Τότε, το ίδιο απότομα και ξαφνικά,
Από τη φώτιση πίσω πάλι στο σκοτάδι
Ξέχασα όλα όσα είχα μάθει
Και ήταν λες και, εκεί που έβλεπα μόνο ενότητες,
Τώρα καταλάβαινα μόνο σπασμένα κομμάτια
Που κάποτε ήταν ολόκληρα.
Και, από τότε, πέρασα χρόνια πολλά αναζητώντας
Πολεμώντας,
Να συγκεντρώσω τα χαμένα κομμάτια
Που ίσως, κάπως, να συνδέσουν τη σπασμένη γνώση
Να γίνουν πάλι εκείνο το ένα,
Που είναι αιώνιο
Και δεν αλλάζει ποτέ.
Αλλά, εγώ είμαι που άλλαξα,
Έμεινα κάπως παγωμένος.
Τώρα κοιτώ πίσω μου
Στο παρελθόν
Και συνθέτω τα κομμάτια σε νέα σχέδια
Αιώνια ελπίζοντας να βρω
Την αληθινή τους σχέση
Ώστε η φλόγα της δημιουργίας
Να αναζωπυρωθεί στα κόκαλά μου...
Ποίημα του θρυλικού Κέλτη βάρδου Taliesin σε μετάφραση του Παντελή Γιαννουλάκη, από το βιβλίο του Ονειροπόλος, εκδ. Άγνωστο
φωτογραφία: Μήδεια του Ευρυπίδη, σκηνοθεσία: Μίνως Βολανάκης, Circle in the Square, Νέα Υόρκη, 1973
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







+-+Copy.jpg)













